Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2013

H ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΗ


Αμερική 1914: Αποστόλης Πυλαρινός (αριστερά) – Μιχαήλ Πυλαρινός (δεξιά)


Ο Αποστόλης Πυλαρινός του Χρήστου γεννήθηκε στο Αχλαδόκαστρο (Αρτοτίβα) το 1887. Μεγάλωσε στον τόπο του και έκανε το καθήκον του στην Πατρίδα υπηρετώντας φαντάρος για σχεδόν 5 χρόνια. Γυρνώντας στο χωριό, έχοντας σαν μόνη επιλογή τη βοσκή γιδοπροβάτων, σκέφτηκε να ακολουθήσει το ρεύμα μετανάστευσης της εποχής του, αυτό που απογύμνωσε τη χώρα από τους νέους, οι οποίοι έμελλε να οικοδομήσουν την Αμερική. Το Αχλαδόκαστρο έστειλε αρκετούς κατοίκους του στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπως φαίνεται από τα αρχεία του κέντρου υποδοχής μεταναστών (Ellis Island Foundation). Έτσι το 1899, ο Κωνσταντίνος Μαντζίκας (χρηματοδότησε την πρώτη γέφυρα στο Βαλτσόρεμα) σε ηλικία 34 ετών έφτασε στο  Ludlow στην περιοχή Mc Kean της πολιτείας της Πενσυλβάνιας. Η περιοχή διέθετε εργοτάξια για μετανάστες σε πετρελαιοπηγές, ανθρακωρυχεία, υλοτομία, ξυλουργεία, βυρσοδεψεία, κ.ά. Τον Ιούλιο του 1905 ακολούθησε, σε ηλικά 19 ετών, ο Κώστας Πυλαρινός από τον Πλάτανο. Τον Ιούνιο του 1907, ο  Μαντζίκας επέστρεψε στο χωριό και πήρε μαζί του στην Αμερική την 12χρονη κόρη του Αγγελική. To Σεπτέμβριο του 1907, μετανάστευσε ο Αριστοφάνης Πυλαρινός (30 ετών) και μια εβδομάδα αργότερα ο Γιάννης Πυλαρινός (30 ετών) και ο Σπύρος Πυλαρινός (35 ετών). Τον Δεκέμβριο του 1907, τα αδέλφια Θανάσης (25 ετών) και Γιάννης Χαλμούκης (30 ετών) έφτασαν στην Αμερική για να συναντήσουν τον αδελφό τους Δημήτρη Χαλμούκη που είχε εγκατασταθεί στην ίδια περιοχή. Τον Ιούνιο του 1909, ακολούθησε ο Μιχαήλ Πυλαρινός (17 ετών). Τον Δεκέμβριο του 1916, μετανάστευσε και ο Αντώνης Πυλαρινός (17 ετών) για το Ludlow. Και η ιστορία συνεχίζεται ....

Ο Αποστόλης αποφάσισε και αυτός να ακολουθήσει την τύχη του μικρότερου αδελφού του Κώστα Πυλαρινού (1891-1913) ο οποίος τον Αύγουστο του 1909, σε ηλικία 18 ετών, ταξίδεψε στην Πενσυλβάνια της Αμερικής. Το 1913, ο Κώστας Πυλαρινός κατέληξε να εργάζεται σε εταιρία λιπασμάτων στην Αλάσκα, όπου λόγω των σκληρών συνθηκών εργασίας και υπό αντίξοες καιρικές συνθήκες δεν άντεξε περισσότερο από 8 μήνες και πέθανε σε ηλικία 22 ετών.

Το Φεβρουάριο του 1914, σε ηλικία 26 ετών, ο Αποστόλης θα ξεκινούσε με προορισμό την Αλάσκα, στον τόπο που το κρύο είναι τόσο τσουχτερό και ο ήλιος τόσο καυτός που «ψήνει το ψωμί», για να παραλάβει τα οστά του αδελφού του και βέβαια να εργαστεί και αυτός στην Αμερική.

Μη έχοντας χρήματα για το ταξίδι, ζήτησε δανεικά από κάποιο Τζαβέλα από τον Πλάτανο Ναυπακτίας, που διέθετε μετρητά και τα δάνειζε. Ο Τζαβέλας για να του δανείσει, μια και ο Αποστόλης ήταν νέος και άφραγκος, ζήτησε την υπογραφή του πατέρα του Χρήστο. Ο Αποστόλης υποσχέθηκε να του τα επιστρέψει διπλά μόλις πιάσει στα χέρια του τα πρώτα χρήματα στην ξενιτιά. Έτσι, ξεκίνησε για το λιμάνι της Πάτρας να πάρει το πλοίο για την Αμερική.

Στην Πάτρα για μερικά λεπτά της ώρας έχασε το πλοίο και αναγκάστηκε να περιμένει 1 εβδομάδα, μέχρι το επόμενο νηολόγιο. Εν τω μεταξύ, για να μην ξοδέψει τα χρήματα που δανείστηκε, κοιμόταν στα βαγόνια των τραίνων και ξεφόρτωνε καΐκια στο λιμάνι. Την επόμενη εβδομάδα επιβιβάστηκε μαζί με δεκάδες άλλους Έλληνες από όλη την επικράτεια, στο Αγγλικό πλοίο «Καρπάθια», το οποίο εκτελούσε δρομολόγιο για Αμερική. Το «Καρπάθια» ήταν το πλοίο που 2 χρόνια νωρίτερα, στις 15 Απριλίου 1912, περισυνέλεξε 705 ναυαγούς από τον «Τιτανικό».




Το ταξίδι για την Αμερική διαρκούσε πάνω από 2 εβδομάδες. Διαπλέοντας το Γιβραλτάρ, ενημερώθηκε από το ραδιόφωνο του πλοίου ότι τον καλούσαν επιστράτευση λόγω της επικείμενης έναρξης του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Αγνόησε το κάλεσμα και συνέχισε τον προορισμό του για μια καλύτερη τύχη. Στις 22 Μαρτίου 1914, κατεβαίνει στο σταθμό υποδοχής μεταναστών του Ellis Island στη Νέα Υόρκη των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής με 25 δολάρια στην τσέπη.

Αρχικά ταξιδεύει για το Ludlow της Πενσυλβάνιας όπου ήταν οι συμπατριώτες του, με την επιθυμία να συνεχίσει για την Αλάσκα, στον τόπο όπου ήταν θαμμένος ο αδελφός του Κώστας. Οι συγχωριανοί του τον απέτρεψαν να μεταβεί στην Αλάσκα λόγω του κλίματός της, οπότε παρέμεινε στο Ludlow και διέμενε στην πόλη Johnsonburg, στα ξύλινα σπιτάκια που ενοικίαζε στους συμπατριώτες του ο Κώστας Μαντζίκας.


Αμερική 1924 - Johnsonburg Pa, στα ξύλινα σπιτάκια: 
Απόστολος Πυλαρινός (αριστερά) – Κώστας Πυλαρινός - ; - Κώστας Μαντζίκας (δεξιά)

Στο Ludlow της Πενσυλβάνιας, ο Αποστόλης εργάστηκε για 10 χρόνια στο εργοστάσιο κατεργασίας και βαφής δερμάτων (βυρσοδεψείο) J. G. CURTIS LEATHER COMPANY. Δούλεψε σκληρά, ταυτόχρονα ως εργάτης γενικών καθηκόντων και χειριστής ανελκυστήρων σε δύο βάρδιες εκ των οποίων η μία νυχτερινή, κερδίζοντας τετραπλάσιο μεροκάματο από το συνηθισμένο. Το Μάρτιο του 1922, είχε σοβαρό εργατικό ατύχημα από την πτώση του ανελκυστήρα με τον οποίο κατέβαινε 100 μέτρα μέσα στο έδαφος. Από την πτώση χτύπησε στο κεφάλι και υπέστη σοβαρή εγκεφαλική βλάβη. Έτσι το Μάρτιο του 1922, νοσηλεύτηκε για ένα μήνα σε κρίσιμη κατάσταση, αλλά για καλή του τύχη διέφυγε τον κίνδυνο.





 Μετά από 10 χρόνια σκληρής δουλειάς στην Αμερική κατάφερε να συγκεντρώσει πάνω από 10.000 δολάρια, κάνοντας αιματηρή οικονομία “τρώγοντας ψωμί και κρεμμύδι”.

Το 1924, σε ηλικία 37 ετών, αντιλαμβάνοντας ότι θα έμενε χωρίς να δημιουργήσει δική του οικογένεια, παίρνει την απόφαση να γυρίσει πίσω στην Πατρίδα. Σημειώνεται, ότι απέφυγε να επενδύσει όπως έκαναν άλλοι συμπατριώτες του στην ανερχόμενη κτηματαγορά της Αμερικής, πράγμα που θα τον οδηγούσε να παραμείνει για πάντα στην ξενιτιά. Επιπλέον, την εποχή εκείνη δεν υπήρχε το κίνητρο της σύνταξης από τις ΗΠΑ, ώστε να ωφελείται από την παραμονή του εκεί. Ατύχησε όμως, επενδύοντας όπως ήταν η μόδα της εποχής αρκετά δολάρια σε μετοχές, που έχασαν την αξία τους μετά το κραχ του΄29.

Ευτύχησε βέβαια να γυρίσει στην πατρίδα με το ποσό των 9.000 δολαρίων (περίπου 700.000 δρχ την εκείνη εποχή).



Αξίζει να αναφερθεί, ότι οι μετανάστες δεν ξεχνούσαν τους δικούς τους ανθρώπους και την Πατρίδα και την ενίσχυαν όπως φαίνεται και από τον έρανο χρημάτων του 1924 για την οικοδόμηση του ναού του Αγίου Νικολάου στο Αχλαδόκαστρο. Με τα ίδια του τα χέρια ο Αποστόλης παρέδωσε κατά την επιστροφή του στο χωριό, το ποσό των 883,45 δολαρίων που κατάφεραν να συγκεντρώσουν.



Ιδιαίτερα, ο Αποστόλης δεν ξέχασε και τον χρηματοδότη του Τζαβέλα από τον Πλάτανο, του οποίου, τα πρώτα χρήματα που έπιασε στην ξενιτιά, τα έστειλε με έμβασμα στο διπλάσιο. Με την επιστροφή του στην Ελλάδα έδωσε και άλλα χρήματα στον Τζαβέλα για άλλα δανεικά που πήρε ο πατέρας του Χρήστος για να παντρέψει το 1917 την αδελφή του Ελένη με τον Θανάση Αγγελάκη αλλά και τις μελαδελφές του αργότερα (Βασιλική, Μαρία, Ευανθία, Πολίτω).


Στις 15 Μαίου 1924, πληρώνοντας 105 δολάρια για γ΄θέση στο πλοίο, αναχώρησε για την Πατρίδα. Μετά από 16 ημέρες ταξίδι, αποβιβάστηκε στο λιμάνι της Πάτρας και επέστρεψε στο Αχλαδόκαστρο.



Με την επιστροφή του στο Αχλαδόκαστρο, και θέλοντας να κάνει τη δική του οικογένεια, συμφώνησε με τον Πρόεδρο να αγοράσει ένα οικόπεδο στην πλατεία του χωρίου έναντι 4.000 δρχ. Την ημέρα της υπογραφής του συμβολαίου υπαναχώρησε ο κοινοτικός σύμβουλος (ο Ζούκας ή κατ΄άλλους ο Ρουμάνος), που γυρνούσε, σύμφωνα με μαρτυρίες, με το τσιμπούκι στο στόμα και τη μαγκούρα στο χέρι και έλεγε: ¨αυτός είναι Αμερικάνος, λεφτά έχει, πρέπει να πληρώσει ακριβά το οικόπεδο¨. Έτσι ο Αποστόλης δεν θέλησε να προχωρήσει στην αγορά του.

Την περίοδο εκείνη του προτάθηκαν να κάνει διάφορες επενδύσεις, όπως το Τσοναίικο Τσιφλίκι στην Πείνα ή οικόπεδο στην κεντρική πλατεία Αγρινίου 18 στρεμμάτων-αξίας 700.000 δρχ. Δεν το αποφάσισε, προς μεγάλη του ατυχία, ειδικά για την τελευταία περίπτωση.

Ταυτόχρονα του προξένεψαν την Αικατερίνη Σακαρέλλου, το γένος Μπροτσάλα από τον Πέρκο Ναυπακτίας, την οποία και παντρεύτηκε και γέννησε την κόρη του Παναγιώτα (Δεκ. 1925). Η σύζυγός του πεθαίνει τον Αύγουστο του 1927 και αναγκάζεται να παντρευτεί ξανά μετά από δύο μήνες την Αντωνία, το γένος Σαγώνα από το Πετροχώρι, με την οποία απέκτησε 4 παιδιά (Χρήστο, Όλγα, Δημοσθένη, Αικατερίνη).

Το 1925 εγκαταστάθηκε μόνιμα στο Θέρμο και με λιγότερα από 200.000 δρχ αγόρασε κτήματα (καπνοχώραφα, αμπέλια, κ.ά), πέτρινη οικία που αν και την κάψανε οι Γερμανοί το 1943, διατηρείται μέχρι σήμερα. Ταυτόχρονα άνοιξε εμπορικό κατάστημα (παντοπωλείο), το οποίο και μετά το θάνατό του - το 1972 - συνέχισαν οι υιοί του Χρήστος και Δήμος, ενώ σήμερα έχει περάσει στα χέρια του εγγονού του, Αποστόλη.

Ιδιαίτερα ο γιός του Χρήστος Πυλαρινός (1928-2013), επί 65 χρόνια εξυπηρέτησε ως παντοπώλης με ιδιαίτερη φιλοτιμία και καλοσύνη, τους κατοίκους της ευρύτερης περιοχής του Θέρμου.

Χρήστος (Αποστόλου) Πυλαρινός (1928-2013)

Για την ιστορία αναφέρεται,  ότι οι εναπομείναντες καταθέσεις του Αποστόλη που διέθετε κατά τον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο, εξαφανίστηκαν λόγω του υπερπληθωρισμού και της υποτίμησης-εκμηδενισμό της δραχμής (1 νέα Δρχ=50 δισεκατομμύρια παλιές Δρχ).


Έρευνα: Φώτης (Χρήστου) Πυλαρινός, 2013